Dictionary, Free Dictionary - MyDictionary.net

Greek Dictionary, English Greek Dictionary

Definition of " chloride " in Greek Dictionary
Direct results
English » Greek
chloride Hear the Pronunciation! {'klɔ:raıd}
  • {N} χλωριούχο
Indirect results
English » Greek
acetic chloride
  • {N} χλωριούχο οξύλιο
acetyl chloride
  • {N} ακετυλοχλωρίδιο
aluminum chloride
  • {N} χλωριούχο αργίλιο
ammonium chloride
  • {N} χλωριούχο αμμώνιο
antimony pentachloride
  • {N} πενταχλωριούχο αντιμόνιο
bichloride {baı'klɔ:raıd}
  • {N} διχλωριούχος
ferric chloride
  • {N} χλωριούχος σίδηρος