Dictionary, Free Dictionary - MyDictionary.net

Greek Dictionary, English Greek Dictionary

Definition of " μεγάλος τροχός με διευρυμένο πέλμα ελαστικού " in Greek Dictionary
Direct results
Greek » English
μεγάλος τροχός με διευρυμένο πέλμα ελαστικού
  • {N} caterpillar