Dictionary, Free Dictionary - MyDictionary.net
Definition of " quaint " in English Greek Dictionary
Results
quaint Hear the Pronunciation! {kweınt}
  • {A} αλλόκοτος, κομψός, ιδιόρρυθμος, παράξενος
acquaint Hear the Pronunciation! {ə'kweınt}
  • {V} κάνω γνωστό, γνωρίζω, γνωστοποιώ
acquaintance Hear the Pronunciation! {ə'kweıntəns}
  • {A} γνώριμος
  • {N} γνωριμία
acquainted {ə'kweıntıd}
  • {A} γνωστός
acquaint with {ə'kweınt,wıð}
  • {V} εξοικειώνω
make the acquaintance of
  • {V} γνωρίζω κάποιον
quaintly
  • {ADV} παραδοξώς
quaintness {'kweıntnıs}
  • {N} παραξενιά, ιδιορρυθμία, παραδοξότης, παραδοξότητα
unacquainted {,ʌnək'weıntıd}
  • {A} ασυνήθιστος