Dictionary, Free Dictionary - MyDictionary.net
Definition of " δεξια " in Greek English Dictionary
Results
δεξιά
  • {ADV} clumsily, right: to the right
αδέξια
  • {ADV} awkwardly
ακαταδεξία
  • {N} magisterialness, snobbery
δεξιά πλευρά πλοίου
  • {N} starboard
δεξιά της άγκυρας
  • {N} star anchor
επιδέξια
  • {ADV} ably, handily, deftly
κινούμενος δεξιά
  • {A} clockwise
πέφτω αδέξια
  • {V} flop
στα δεξιά
  • {ADV} right: to the right
στρίβω δεξιά
  • {V} starboard