Dictionary, Free Dictionary - MyDictionary.net
Definition of " απασχόληση " in Greek English Dictionary
Results
απασχόληση
  • {N} activity, hire, preoccupation, pastime
αυτοαπασχόληση
  • {N} self-employment
δευτερεύουσα απασχόληση
  • {N} secondary job
ευχάριστη απασχόληση
  • {N} hobby
μερική απασχόληση
  • {N} part time
μορφή απασχόλησης
  • {N} pattern of employment
υποαπασχόληση
  • {N} part time job
χρόνος απασχόλησης
  • {N} tour of duty